τέκτων


τέκτων
плотник

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τέκτων" в других словарях:

  • τέκτων — worker in wood masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτων — ὁ, ΜΑ βλ. τέκτονας …   Dictionary of Greek

  • τεκτόνοιν — τέκτων worker in wood masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τεκτόνων — τέκτων worker in wood masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτον — τέκτων worker in wood masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονα — τέκτων worker in wood masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονας — τέκτων worker in wood masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονες — τέκτων worker in wood masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονι — τέκτων worker in wood masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτονος — τέκτων worker in wood masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέκτοσι — τέκτων worker in wood masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)